Τα τελευταία δέκα χρόνια, έχω βρεθεί στη θέση του ανθρώπου που κάνεις τις ερωτήσεις πολλές φορές. Ατελείωτες ώρες συνεντεύξεων (κουβέντας όπως προτιμώ να γράφω) με ανθρώπους που ο καθένας με τον τρόπο του, έχει να επιδείξει έργο. Και μάλιστα έργο, αξιόλογο. Κάποιες από αυτές τις λάτρεψα και τις κουβαλάω μέσα μου, κάποιες άλλες τις αντιμετώπισα πιο… επαγγελματικά. Τούτη που θα διαβάσετε παρακάτω, δημιουργεί από μόνη της μία νέα κατηγορία. Εκείνη που με συνεπήρε. Που έχασα τον χρόνο και ταξίδεψα μέσα από ένα ζευγάρι μάτια.

Συνέντευξη στη Λιάνα Μπουκουβάλα

Ήταν απόγευμα Παρασκευής, από αυτές που φαντάζουν «όαση» μετά από μία πολύβουη εβδομάδα. Το ραντεβού καθορίστηκε στην καρδιά του μεσημεριού στο σπίτι του, στο κέντρο. Δεν θα κρυφτώ. Χτύπαγα το κουδούνι της πόρτας και τρέμανε τα χέρια μου. Φταίνε τα όσα είχα διαβάσει σχετικά με το «περίεργο» του χαρακτήρα του; Φταίει η βαρύτητα του έργου του; Έπαιξε ρόλο το αυστηρό βλέμμα που τον χαρακτηρίζει; Το σπουδαίο της τέχνης του; Οι γνώσεις που διαθέτει επί παντός του επιστητού και που αν φανείς έστω και λίγο «αδιάβαστος» θα σε κάνουν να θέλεις να ανοίξεις λαγούμι και μπεις; Ότι και αν ήταν, δεν χρειάστηκε παρά λίγα μόνο δευτερόλεπτα για να βρεθώ στον καναπέ του, πίνοντας τον καφέ που μου είχε μόλις φτιάξει, με άνεση τέτοια που μόνο με επιστήθιο φίλο θα μπορούσα να έχω.

Ο Γιώργος Κιμούλης είναι γοητευτικός. Είναι ένας πραγματικά γοητευτικός άνθρωπος, με όλη την σημασία της λέξης αυτής. Ένα πολυτάλαντο ον. Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Ένας ακόμη σπουδαιότερος άνθρωπος. Πατάει γερά στα πόδια του, δε φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα του, παθιάζεται με ό,τι και αν καταπιαστεί, υποστηρίζει μέχρι τέλους τις επιλογές του και δεν φοβάται να υψώσει ανάστημα αν χρειαστεί.

Φέτος το χειμώνα επιστρέφει στην πόλη που γεννήθηκε αλλά και μεγάλωσε, τον Πειραιά, μέσα από ένα έργο του μέγα ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής, του συγγραφέα που διείσδυσε όσο κανείς άλλος στην παγκόσμια δραματουργία στο σύμπαν της ματαιωμένης επιθυμίας και των υπαρξιακών αδιεξόδων, του Άντον Τσέχωφ, ερμηνεύοντας, ίσως, τον πιο πληθωρικό εαυτό του, στο «Θείο Βάνια».

Η σχέση σας με τον Τσέχωφ είναι παλιά, μιας και έχετε ήδη παίξει στα έργα «Πλατόνοφ», «Ιβάνοφ» και «Γλάρος». Φέτος σας συναντάμε στον Δημοτικό θέατρο Πειραιά, με τον «Θείο Βάνια». Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Έτσι ακριβώς είναι. «Πλατόνοφ», «Ιβάνοφ», «Γλάρος». Αυτή είναι και η σειρά με την οποία έγραψε ο Τσέχωφ τα έργα και μετά ακολουθεί ο «Θείος Βάνιας». Ήθελα να παίξω αυτό το έργο κάποια στιγμή. Τη σκέψη όμως της παράστασης αυτής  την οφείλω στον Νίκο Διαμαντή, στον καλλιτεχνικό διευθυντή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, που με προσκάλεσε εδώ.  Παράλληλα όμως μου προσέφερε και κάτι άλλο. Τη δυνατότητα να επιστρέψω στον Πειραιά. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ πήγα σχολείο. Η επιστροφή μου στη γενέθλια πόλη μου λοιπόν είναι ίσως από τις πιο σημαντικές κινήσεις που έχω κάνει στη ζωή μου.

Δημιουργεί αυτό μέσα σας, μεγαλύτερη αγωνία για ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα;

Αγωνία όχι. Δε γίνεται να με αγχώνει η επιστροφή μου στα πάτρια εδάφη. Αντιθέτως νιώθω τρομακτική ασφάλεια. Μόνο ασφάλεια νιώθεις στον τόπο που γεννήθηκες.

Το κοινό έχει δει διάφορους και μάλιστα διαφορετικούς, Βάνιες στο πέρασμα του χρόνου. Πώς είναι λοιπόν, ο δικός σας Θείος Βάνιας;

Τα κλασσικά έργα δεν παίζονται, ξαναπαίζονται πάντα. Ένα έργο είναι κλασσικό, γιατί κάθε φορά που παρουσιάζεται, είναι σαν να έχει γραφτεί τη στιγμή που παρουσιάζεται. Ο δικός μου «Θείος Βάνιας» θα ακουμπά σε έναν ακραίο ρεαλισμό, κόντρα σ’ αυτή τη σύγχρονη αφηγηματική υποκριτική, που διατηρεί απόσταση απ’ τις καταστάσεις. Παράλληλα θα προσπαθήσω – με τη βοήθεια και των συμπαραγωγών της παράστασης, Τάκη και Γιώργου Γεώργα – να ανταπαντήσω σε αυτή τη μόδα του φτωχού θεάτρου. Θέλω με το άνοιγμα της αυλαίας, ο θεατής να μπει αμέσως σε ένα χώρο μαγικό, που ουσιαστικά οφείλει να φέρει μία θεατρική παράσταση. Μου έχει λείψει αυτό που έβλεπα παλιά όταν άνοιγε η αυλαία. Μία πλούσια ρεαλιστική εικόνα. Σε αυτή την παράσταση ελπίζω να το πετύχουμε.

«Όλα τα θεατρικά πρόσωπα έχουν ομοιότητες με τους ηθοποιούς που τα ερμηνεύουν», δηλώνετε σε παλαιότερη συνέντευξή σας. Ποιες οι δικές σας με το Θείο Βάνια;

Έχουν ομοιότητες γιατί αυτοί τα παρουσιάζουν. Στο θέατρο η άποψη που λέει πως στη σκηνή γινόμαστε ένας άλλος, δεν ισχύει. Ποιος άλλος; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει άλλος. Ίδιος είναι. Εγώ είμαι επάνω στη σκηνή, δεν είναι κάποιος άλλος. Κατ’ επέκταση το να φαντασιώνεσαι ότι γίνεσαι κάποιος που δεν είσαι, είναι μία ανοησία. Τα θεατρικά πρόσωπα βιώνουν συναισθήματα κι εκφράζουν ιδέες, όπως όλοι άνθρωποι. Απ’ τη στιγμή που αναγνωρίζεις αυτά τα συναισθήματα κι αυτές τις σκέψεις, τις φέρεις εντός σου ούτως ή άλλως. Με τι τις αναγνωρίζεις; Με το μυαλό σου! Άρα προϋπάρχουν μέσα σου. Είναι εγκατεστημένες στη μνήμη σου. Η λέξη μίμηση βγαίνει από το μέμνησο. Σαν να προστάζει κάτι τη μνήμη να φέρει στην επιφάνεια, αυτό που για κάποιους λόγους παραμένει στο σκοτάδι. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα μονοσήμαντο ον. Ο άνθρωπος είναι όλα όσα αναγνωρίζει στον έξω απ’ αυτόν κόσμο. Το αν στη ζωή του ακολουθεί τις σκέψεις του θεατρικού προσώπου ή τις εκφράζει διαφορετικά, είτε γιατί διαφωνεί, είτε γιατί φοβάται, δε σημαίνει πως ο τρόπος, που τις εκφράζει το θεατρικό πρόσωπο, του είναι άγνωστος. Ο Βάνια λοιπόν σ’ αυτήν την παράσταση, είμαι εγώ. Όλα όσα κάνει, λέει, νιώθει, τα γνωρίζω.

Μέσω των social media σας, ανακαλύψαμε πως στα μέσα του Μαΐου, βρεθήκατε στο Λονδίνο, όπου παρακολουθήσατε την παράσταση του «Θείου Βάνια» από το Maly Drama Theatre of St. Petersburg σε σκηνοθεσία του Lev Dodin. Ποιες οι εντυπώσεις σας;

Δεν μπορώ να δω αθώα μία παράσταση. Βλέπω την κατασκευή της και μελετάω αναλύοντας τις επιλογές που έχει κάνει ο καλλιτέχνης που έχει ανεβάσει την παράσταση. Έχω δει πάρα πολλές παραστάσεις του «Θείου Βάνια» και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα τυχερό που πρόλαβα και είδα τον Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι να παίζει «Θείο Βάνια» σε σκηνοθεσία του Εφρέμωφ. Είναι φυσικό λοιπόν να έχω επηρεαστεί από όλες αυτές τις παραστάσεις. Στην τέχνη, πρέπει να σας πω, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Άλλωστε είναι γνωστό, πως οι ώριμοι καλλιτέχνες κλέβουν, οι ανώριμοι αντιγράφουν.

«Θα ήθελα να μπορούσα να σβήσω το παρελθόν. Να ξυπνήσω ένα πρωί να έχει ήλιο κι ησυχία και ν’ αρχίσω μια καινούργια ζωή», αναφέρει ο Θείος Βάνιας. Εσείς, έχετε νιώσει ποτέ, να μετανιώνετε για κάτι τόσο, που αν μπορούσατε θα το διαγράφατε;

Όχι. Πρώτον δεν πιστεύω στην μετάνοια γιατί «μετανοώ» δε σημαίνει τίποτα. Είναι σαν να λέμε συγγνώμη σε κάποιον που του έχουμε κάνει κακό, αφού πρώτα τον έχουμε βλάψει. Η μετάνοια και η συγνώμη υπάρχει μόνο για ηρεμούμε τον εαυτό μας, όχι να προσφέρουμε κάτι σ’ αυτόν που έχουμε κάνει κακό. Ούτε καν στον εαυτό μας δεν προσφέρουμε κάτι. Κανείς δε διορθώνεται με τη μετάνοια. Αντιθέτως ξεχνάει το τι έχει κάνει. Δεν μπορώ να διαγράψω το παρελθόν και τις πράξεις μου. Μακάρι βέβαια, να μην είχα κάνει κάποιες. Αλλά τις έκανα. Το βλέμμα μας στο παρελθόν πρέπει να έχει μία ορθή ισορροπία. Αν κοιτάμε μόνο το παρελθόν, προσβάλλουμε τον παρόντα χρόνο και αδιαφορούμε για τον μέλλοντα. Αν κοιτάμε μόνο το τώρα, προσβάλλουμε αυτό που ήμασταν κάποτε. Ο άνθρωπος πρέπει να ζει στον παρόντα χρόνο – αφού μόνον αυτόν βιώνει – σεβόμενος το παρελθόν του, μαζί με τα λάθη του, αλλά παράλληλα οφείλει να σέβεται και το μέλλον του. Είναι ασέβεια στο αύριο το να αντιμετωπίζεις τον μέλλοντα χρόνο σαν συνεργείο του παρελθόντος.

Οι χαρακτήρες του Τσέχωφ έχουν φθαρεί από την πλήξη και τα προσωπικά τους αδιέξοδα. Όλα γύρω τους είναι υποταγμένα στη μοίρα. Μήπως τελικά βρίσκουν καταφύγιο στην αμετάβλητη και «ατάραχη» καθημερινότητά τους;

Ζουν και αναπνέουν με μία ανάσα, που είναι δίπλα στον επιθανάτιο ρόγχο. Η ματαιότητα και η περιφερόμενη ήττα των θεατρικών προσώπων του Τσέχωφ, είναι η εικόνα του σήμερα. Οι άνθρωποι στην εποχή μας θεωρούν πως είναι μάταιο το να προσπαθεί κάποιος να αλλάξει τον κόσμο και τις συνθήκες της κοινωνικής μας ζωής. Νιώθουν ηττημένοι. Πιστεύουν πως έχασαν για πάντα. Θεωρούν πως δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι, πως τα πάντα οδεύουν πάνω σ’ ένα μονόδρομο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη απ’ αυτό. Πηγαίνει κόντρα στην ίδια τη φύση, όπου τα πάντα μεταβάλλονται και μεταμορφώνονται. Όμως επιλέγουν – λόγω ηττοπάθειας – να συμφιλιωθούν με το αναλλοίωτο. Προτιμούν δυστυχώς να προσαρμόζονται σε μία κατάσταση, αντί να προσπαθούν να την αλλάξουν. Δυστυχώς. Γελοίο πράγμα η ματαιότητα. Δεν κάνει να το ξεχνάμε αυτό.

Εκτός από το ρόλο του Θείου Βάνια, υπογράφετε ο ίδιος την σκηνοθεσία αλλά και την μετάφραση. Ποιες οι δυσκολίες που συναντήσατε προκειμένου να «φωτίσετε» όλους τους κουρασμένους και απογοητευμένους ήρωες του Τσέχωφ που πλήττουν, που πνίγονται στο ποτό και την υστερία, ψάχνοντας από κάπου να πιαστούν;

Το ότι σκηνοθετώ, παίζω και μεταφράζω το κάνω από το 1986, 30 χρόνια και. Μετά από τόσα χρόνια λοιπόν δεν υπάρχει κάποια δυσκολία σε αυτό, γιατί και αυτό έχει την τεχνική του. Άλλωστε εσύ πρέπει να πεις αυτό που θες να πεις μέσα από ένα έργο, γιατί εσύ ο ίδιος μιλάς μέσα απ’ τα έργα αυτά, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά το κείμενο του συγγραφέα. Πολλοί μπορεί να το θεωρούν έπαρση, αλλά για μένα έπαρση είναι το αντίθετο: το να θεωρείς πως παρουσιάζοντας μία παράσταση, εκφράζεις ακριβώς αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας. Ποιος είσαι που γνωρίζεις τι θέλει να πει ο συγγραφέας; Γι’ αυτό όταν ακούω φράσεις του τύπου «αυτός δεν είναι Σαίξπηρ» ή «αυτός δεν είναι Ίψεν ή Τσέχωφ», μου φαίνονται πολύ αστείες. Πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος για το τι ήθελαν να πουν στην πραγματικότητα τότε που έγραφαν το έργο τους; Το μόνο που μπορείς να πεις είναι αυτό το οποίο έχεις εσύ ερμηνεύσει. Και οι ερμηνείες που κάνεις, έχουν σχέση πάντα με τις ανάγκες που έχεις τη στιγμή που ερμηνεύεις.

Ο ίδιος ο Τσέχωφ είχε γράψει: «Λέτε πως κλάψατε στα έργα μου. Εγώ, όμως δεν τα έγραψα για αυτό. Εγώ ήθελα να πω τίμια στους ανθρώπους: κοιταχτείτε, κοιτάξτε πόσο άσχημα και πληκτικά ζείτε όλοι σας»! Πως καταφέρνει κατά τη γνώμη σας, ο συγγραφέας να είναι σήμερα τόσο επίκαιρος;

Είναι αλήθεια πως πολλές φορές ο Τσέχωφ αντιμετωπίζεται σαν να είναι παιδί του Τολστόι ή παιδί του Ίψεν. Όχι, ο Τσέχωφ είναι παιδί του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι, και του Στρίντμπεργκ. Είναι πολύ πιο οξύς, πολύ πιο είρων, σχεδόν με μία γκροτέσκ διάθεση και επιθετική φαρσική στάση, απ’ ό,τι παρουσιάζεται τις περισσότερες φορές. Με αυτή την έννοια τα έργα του φέρουν ακραία κωμικά στοιχεία. Για αυτό και μίλησα για τη γελοιότητα της ματαιότητας. Αν τον διαβάζεις με αυτόν τον τρόπο, είναι φυσικό τα κωμικά στοιχεία του έργου του, όχι μόνο να τα βλέπεις αλλά να τα παρουσιάζεις ευθαρσώς.

Αρκετοί συνάδελφοι σας δηλώνουν πως «οι ευτυχισμένες στιγμές στο θέατρο σπανίζουν». Ποια η άποψή σας;

Η γνώμη μου είναι ότι δεν ήρθαμε σε αυτή τη ζωή για να ευτυχήσουμε ή να δυστυχήσουμε. Ήρθαμε για να ζήσουμε. Στη ζωή μας λοιπόν, υπάρχουν και οι ευτυχισμένες και οι δυστυχισμένες στιγμές. Αν αρχίζεις να τις μετράς και να τις ζυγίζεις, δε ζεις, αλλά πέφτεις στην παγίδα να κυνηγάς την ευτυχία προσπαθώντας να αποφύγεις τη δυστυχία. Μίζερο πράγμα.  Μιλώντας όμως, για το θέατρο, για το τι δηλαδή σημαίνει μία επιτυχία που μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο ή μία αποτυχία που μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένο, επιτρέψτε μου να το αντιμετωπίζω κάπως διαφορετικά. Κατά τη γνώμη μου η επιτυχία ή η αποτυχία ενός καλλιτεχνικού έργου είναι ο τρόπος που βλέπουν οι άλλοι το έργο αυτό. Εγώ όμως δε βλέπω έτσι τα πράγματα. Ένα έργο, ας πούμε, μπορεί να αποτύχει, ως προς την προσέλευση των θεατών ή ως προς τη γνώμη κάποιων κριτικών, αλλά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του έργου αυτού και κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του, μπορεί να είναι τόσα πολλά αυτά που έχω εισπράξει ώστε να θεωρώ τη συγκεκριμένη παράσταση ως ιδιαίτερα επιτυχημένη.  

Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό, έχετε ζήσει μέχρι σήμερα όπως θα θέλατε;

Όπως είπαμε και πριν χρειάζεται μία ισορροπία στον παρόντα χρόνο. Το «τώρα» έχει άμεση σχέση με την τέχνη μου. Γιατί υποκριτική είναι η προσπάθεια να κάνεις καλλιτεχνικό έργο τον παρόντα χρόνο. Έλα όμως που ο παρών χρόνος δεν είναι κάτι που μπορείς να τον σκεφτείς, γιατί με το που τον σκέφτεσαι έχει γίνει παρελθόν. Άρα ο άνθρωπος βιώνει ένα χρόνο που υπάρχει μεν, αλλά δεν μπορεί να τον συλλάβει με τη σκέψη του, και σκέφτεται χρόνους που δεν υπάρχουν, όπως είναι το παρελθόν και το μέλλον. Με αυτή την έννοια, το να σκεφτώ τι έγινε στο παρελθόν μου, έχει ίσως ενδιαφέρον ιστορικό, δείχνει ένα σεβασμό προς τις νεκρές στιγμές, αλλά με αποσυγκεντρώνει από το να βιώνω το «τώρα» μου.

Πότε ήταν αλήθεια, η πρώτη φορά που η υποκριτική ήρθε ως σκέψη στο μυαλό σας; Ήταν κάτι που επιθυμούσατε από παιδί ή προέκυψε λόγω καταστάσεων;

Έως τα δεκαεπτά μου χρόνια δεν είχα καθόλου στα πλάνα μου την υποκριτική. Ένας μέτριος μπασκετμπολίστας ήμουν και μάλιστα είχα περάσει μία περίοδο από τον Πειραϊκό. Με γοήτευσε όμως αυτό που είδα σε μία παράσταση. Βοήθησαν οι συνθήκες από κει και πέρα. Οι γνώμες που εισέπραττα στη συνέχεια ήταν θετικές οπότε άρχισε να διαμορφώνεται ένα δημιουργικό «εγώ».

Έχετε δηλώσει πως «η υποκριτική δεν διδάσκεται στη σχολή ή στη σκηνή. Η υποκριτική διδάσκεται στη ζωή». Ποια λοιπόν, η γνώμη σας για την Θεατρική και γενικότερα τη Καλλιτεχνική εκπαίδευση;

Αυτό που διδάσκεται στις σχολές είναι δύο πράγματα: πρώτον ότι αυτή η τέχνη έχει την τεχνική της και δεύτερον πως αυτή την τεχνική οφείλει ο ηθοποιός να τη μάθει γιατί δεν υπάρχει τέχνη χωρίς τεχνική. Η υποκριτική όμως δεν είναι όπως η γλυπτική, η ζωγραφική ή η μουσική. Στην υποκριτική μεταξύ καλλιτέχνη και καλλιτεχνικού έργου δεν υπάρχει απόσταση. Το καλλιτεχνικό έργο είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης! Αυτή η απόλυτη ταύτιση αυτών των δύο οδηγούν στο συμπέρασμα πως «η υποκριτική μαθαίνεται στη ζωή», γιατί έχει άμεση σχέση με εσένα τον ίδιο.

Θα διδάσκατε ξανά σε κάποια σχολή εάν σας το πρότειναν;

Είχα τη δική μου σχολή έντεκα χρόνια. Νομίζω πως ο κύκλος αυτός μάλλον έκλεισε. Αλλά μεγάλες κουβέντες δε λέω πια. Οι άνθρωποι βιώνουν την έννοια της διάρκειας από τη στιγμή που κάτι αξίζει να ξεκινήσει από την αρχή. Αν αξίζει λοιπόν, μπορεί να αρχίσει ξανά. Θα δούμε.

Γιατί δεν σας συναντάμε συχνά στην τηλεόραση τα τελευταία χρόνια; Δεν σας γίνονται προτάσεις ή δεν σας γίνονται προτάσεις για αξιόλογες δουλειές;

Αν δει κανείς το τι συμβαίνει στο θέατρο την τελευταία δεκαετία, θα καταλάβει πόσο πιο άσχημα είναι τα πράγματα στην τηλεόραση. Κοιτάξτε. Υπάρχουν χώρες που είναι χώρες σκηνοθετών και άλλες χώρες, που είναι χώρες ηθοποιών. Ανέκαθεν υπήρχε αυτό. Ίσως και να μην είναι τυχαίο πως οι μεσογειακές χώρες είναι κυρίως χώρες ηθοποιών. Τα τελευταία χρόνια όμως σ αυτήν εδώ τη χώρα, έχει γίνει μία βίαιη προσπάθεια να επανέλθει το θέατρο στον υποτιθέμενο «σωστό δρόμο», δηλαδή να πεισθούμε πως ζούμε σε μία χώρα σκηνοθετών. Χαζομάρες. Αυτή η χώρα, όπως η Ιταλία, η Γαλλία κ.α. ήταν πάντα χώρα ηθοποιών. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως δεν υπήρξαν στην Ελλάδα και σπουδαίοι σκηνοθέτες. Στην προσπάθεια όμως τώρα που κάνουν κάποιοι ν’ αλλάξουν βίαια αυτή τη συνθήκη, έχουν αρχίσει να μειώνουν τη σημαντικότητα του ηθοποιού και να την αντιμετωπίζουν σχεδόν ως αναγκαίο κακό. Αν λοιπόν συμβαίνει κάτι τέτοιο στο θέατρο, φανταστείτε τι γίνεται στην τηλεόραση. Οπότε κι εγώ κρατώ τις αποστάσεις μου. Τουλάχιστον στο θέατρο μπορώ και αντιστέκομαι. Στις παραστάσεις μου, όσο κι αν εκνευρίζω κάποιους, ο ηθοποιός διατηρεί τον πρωτεύοντα ρόλο.

Κατά τα λεγόμενά σας, αυτό που σας ανεβάζει στη σκηνή σήμερα είναι ότι κάτι δεν ολοκληρώσατε στη σκηνή χθες. Φαντάζεστε άρα τον εαυτό σας, πάνω στη σκηνή ως το τέλος;

Θα ήθελα οι δικοί μου άνθρωποι να με πιέσουν να μην ανέβω στη σκηνή ξανά, αν μου λείπουν δύο βασικά πράγματα: η μνήμη και η ενέργεια.

Πόσο εύκολο είναι όμως, ένας ηθοποιός, να πρέπει να παραμένει ηθοποιός όλο το 24ωρο της ημέρας του και κατά συνέπεια της ζωής του;

Έτσι είναι η ζωή του. Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο ή εύκολο, πάντως εγώ έτσι είμαι.

Και τι γίνεται με το κεφάλαιο, προσωπική ζωή; Είναι αυτός ο λόγος άραγε που συνηθίζεται οι ηθοποιοί, να κάνουν οικογένεια με ηθοποιούς;

Όχι. Δεν νομίζω να έχει σχέση αυτό. Αυτά λέγονται επειδή πολλοί πιστεύουν πως το θέατρο έχει σχέση με το ψέμα. Μεγάλο λάθος. Το καλό θέατρο έχει σχέση μόνο με την αλήθεια. Όταν εμφανίζεται η ψευτιά, είναι κακό θέατρο. Ηθοποιός είναι ο κάθε άνθρωπος, άρα όταν είσαι άνθρωπος μπορεί να ζήσει ο καθένας μαζί σου.

Σε εσάς πάντως αυτό δεν συνέβη, μιας και καμία από τις 2 πρώην συζύγους σας, δεν ήταν του χώρου… Με την κυρία Δαμανάκη μάλιστα, αποκτήσατε και την κόρη σας, Μαριάννα. Ονειρευόσασταν από πάντα να γίνετε πατέρας;

Αυτό που σου μαθαίνει ένα παιδί είναι ότι μπορείς να αγαπάς χωρίς να έχεις την ανάγκη να σε αγαπούν. Εκεί καταλαβαίνεις πως η αγάπη είναι οφειλή, πράγμα που μέχρι να γεννηθεί το παιδί σου, δεν το είχες σκεφτεί πιο πριν. Τα παιδιά αυτό που μαθαίνουν από σένα δεν είναι αυτό που τους λες αλλά αυτό που τους κρύβεις Άρα το παιδί θα αντιγράψει ακριβώς αυτό που είσαι. Το παιδί, σου μαθαίνει να είσαι ότι καλύτερο μπορείς να γίνεις.

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο δύσκολο φέρεται να είναι το κεφάλαιο «ανατροφή του παιδιού». Οι νέοι γονείς μάλιστα, δείχνουν να χρειάζονται manual! Εσείς ως γονιός, έχετε καταφέρει να δημιουργήσετε μία μοναδική σχέση με την κόρη σας. Πόσο δύσκολο ήταν αυτό;

Κατ’ αρχάς έκανα σε μεγάλη ηλικία παιδί. Είχα προλάβει να καταλάβω πως δε χρειάζεται manual. Όλ’ αυτά είναι μία προσπάθεια του σύγχρονου κόσμου να εμπορευματοποιήσει τα πάντα, να δημιουργηθούν καινούργιες ανάγκες. Δε μεγαλώνεις ένα παιδί με εξειδικευμένες γνώσεις. Άλλωστε είμαι ενάντια της της μονομερούς εξειδικευμένης γνώσης. Προτιμώ την εγκυκλοπαιδική.

Υπάρχει κάτι που σας δημιουργεί ανασφάλεια;

Πολλά. Χωρίς όμως, το άγχος της ανασφάλειας. Να, ένα στοιχείο που ο άνθρωπος δεν μπορεί να συμφιλιωθεί μαζί του. Ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα που εκ φύσεως ζει εν ανασφαλεία. Δεν ξέρει το τέλος του. Ούτε το πως, ούτε το πότε θα πεθάνει, ξέρει. Αντί λοιπόν, να συμφιλιωθεί με αυτό, παλεύει με το πως θα ζήσει ασφαλώς. Έτσι όμως δε ζεις τη ζωή, φοβάσαι τη ζωή.

Υπάρχει κάποιο όνειρό σας, που θα δούμε να καταθέτετε φέτος, στο σανίδι του Δημοτικού θέατρου;

Είπαμε πως ό,τι κάνει κάποιος πάνω στη σκηνή έχει άμεση σχέση με τη μνήμη. Η μνήμη όμως δεν κατασκευάζεται και δε δημιουργείται μόνο από πραγματικά γεγονότα, δημιουργείται και από γεγονότα που έχεις φανταστεί ή ονειρευτεί. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και το όνειρο και η φαντασία έχουν ως υλικό την πραγματικότητα. Αν στην σκηνή εμφανίζουμε πράγματα που έχουν εγκατασταθεί στη μνήμη μας είναι φυσικό να έχουν εγκατασταθεί εκεί λόγω πραγματικότητας, λόγω ονείρων ή λόγω φαντασίας. Δεν μπαίνω στον κόπο να βρω που ανήκει το καθένα, γιατί οτιδήποτε κάνω πάνω στη σκηνή είμαι εγώ. Ένα πράγμα όμως θα ήθελα πολύ, όσο κι αν ξέρω πως δε μπορεί να γίνει. Να μπορούσαν να έρθουν να δουν την παράσταση αυτοί όλοι οι παλιοί μου φίλοι στον Πειραιά. Αλλά όλοι. Και όσοι ζουν και όσοι έχουν φύγει.

Ένας τόσο σπουδαίος ηθοποιός όσο εσείς, έχει άγχος πριν από κάθε πρεμιέρα;

Σπουδαίος δεν ξέρω αν είμαι, ξέρω όμως ότι μεγαλώνω και ο μεγαλύτερος φόβος ενός ανθρώπου που μεγαλώνει, είναι το γεγονός ότι γερνώντας το σώμα, γερνούν και όλα αυτά που το ίδιο το σώμα παράγει και ένα από αυτά είναι το πάθος. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου. Ο προθάλαμος της κατάντιας αυτής (γιατί περί κατάντιας πρόκειται) είναι η μείωση της αγωνίας πριν την παράσταση. Μερικές φορές το νιώθω και δεν είναι καλό. Έχω αγωνία όμως, για το όλο της παράστασης και μέσω αυτής της αγωνίας, λέω πως ακόμα δεν έχω τελείως γεράσει…

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσα να μην σας ρωτήσω και την αποπεμφθείσα από το Υπουργείο Πολιτισμού, κα Λυδία Κονιόρδου, η οποία διορίστηκε από την κυβέρνηση Προέδρος του Κέντρου Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος, μία θέση από την οποία πριν από 1,5 χρόνο, εσείς ο ίδιος παραιτηθήκατε. Τι εύχεστε στην συνάδελφό σας;

Οι ευχές πλέον δεν είναι αναγκαίες γιατί ό,τι κι αν ευχηθείς στους άλλους, αυτό που θέλει και μπορεί ο καθένας, θα κάνει, όταν και αν του το επιτρέπουν.